Προκειμένου να διαγνωστεί η γνησιότητα ή αντιθέτως η πλαστότητα ενός χειρόγραφου κειμένου, όπως για παράδειγμα του κειμένου μιας ιδιόγραφης διαθήκης ή μίας υπογραφής (ενδεχομένως στο σώμα μίας συναλλαγματικής ή επιταγής, ή ενός ιδιωτικού συμφωνητικού) απαραίτητη είναι η συλλογή άλλων εγγράφων του φερόμενου ως συντάκτη ή υπογράφοντα των αμφισβητούμενων εγγράφων, προκειμένου να λάβει χώρα η μεταξύ τους συγκριτική αντιπαραβολή.
Τα εν λόγω συγκριτικά έγγραφα ή αλλιώς τα έγγραφα συγκριτικού υλικού αξιολογούνται βάσει της 1) ποσότητάς τους, 2) του κύρους τους (π.χ. δημόσια έγγραφα), 3) της ημερομηνίας κατάρτισής τους, 4) της ποιότητάς τους (βλ. πρωτότυπα έγγραφα ή φωτοαντίγραφα).